αἰολόστομος

αἰολό-στομος, ον,
A shifting in speech, of an oracle, A.Pr.661.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιολόστομος — αἰολόστομος, ον (Α) (για χρησμούς) ασαφής, αόριστος, διφορούμενος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰόλος + στόμα] …   Dictionary of Greek

  • αἰολοστόμους — αἰολόστομος shifting in speech masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιόλος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μυθικός γενάρχης των Αιολιδών και της φυλής των Αιολέων, γιος του Έλληνα και αδελφός του Δώρου και του Ξούθου. 2. Βασιλιάς του μυθικού νησιού Αιολίης, που ο Δίας τον είχε διορίσει κυβερνήτη ή ταμία των ανέμων. Γιος… …   Dictionary of Greek

  • αρτίστομος — ἀρτίστομος, ον (Α) 1. αυτός που μιλάει σε καλό ιδίωμα, με ακρίβεια 2. αυτός που έχει καλό στόμα ή άνοιγμα 3. (για βέλη) ομοιόμορφα αιχμηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτι * + στομος < στόμα (πρβλ. αιολόστομος, αμφίστομος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.